
Το Resident Evil Requiem είναι από εκείνα τα Resident Evil που καταλαβαίνεις από (πολύ) νωρίς ότι δεν πάει να προστεθεί ως ένα ακόμα chapter σε ένα αγαπημένο μου και φαντάζομαι πολλών ακόμα franchise αλλά να διεκδικήσει το… θρόνο. Μετά το Resident Evil 7 που μας γύρισε σε first-person τρόμο και το Village που άνοιξε λίγο το scale, εδώ η Capcom κάνει κάτι πιο… περίεργο αφού προσπαθεί να τα ενώσει ή καλύτερα να τα συνδυάσει όλα. Το πιο ενδιαφέρον είναι ότι το κάνει μέσα από δύο διαφορετικές οπτικές, στην κυριολεξία και το θέμα πλέον δεν είναι μόνο ιστορίας αλλά και gameplay.
Η βασική πρωταγωνίστρια μας αυτή τη φορά είναι η Grace Ashcroft, κόρη της Alyssa από το Resident Evil Outbreak του 2003. Δημοσιογράφος η μητέρα, μπλεγμένη σε μια υπόθεση που ξεκινάει σαν έρευνα και καταλήγει σε κάτι πολύ πιο βαρύ. Η Grace, παρά το «ομοσπονιακό» προφίλ, δεν είναι trained στρατιώτης τύπου Chris ή Leon και αυτό φαίνεται στο gameplay και τις αντιδράσεις της. Είναι πιο ευάλωτη και φοβισμένη αρχικά που χτίζει χαρακτήρα στη συνέχεια, με έμφαση στο survival και την αποφυγή παρά στην άμεση εμπλοκή. Παράλληλα, όμως υπάρχουν sections όπου παίρνεις τον έλεγχο ενός πιο γνώριμου, μάχιμου χαρακτήρα (χωρίς να μπω σε spoilers) και εκεί αλλάζει εντελώς το feeling. Αναφέρομαι φυσικά στον ωριμότερο πλέον Leon και η πραγματικότητα είναι πως αυτή η εναλλαγή είναι από τα πιο δυνατά στοιχεία του παιχνιδιού, γιατί δεν σε αφήνει να βολευτείς σε έναν ρυθμό και σε κρατάει σε εγρήγορση. Η ιστορία λοιπόν τοποθετείται το 2026, 28 χρόνια μετά τα γεγονότα της Raccoon City κι έχει να κάνει με μια έρευνα γύρω από μια σειρά περίεργων περιστατικών που συνδέονται με βιολογικά πειράματα. Το πράγμα ανοίγει αργά και μεθοδικά αλλά όχι με τον τρόπο που έχουμε συνηθίσει. Δεν πάει δηλαδή κατευθείαν σε τύπου «παγκόσμια απειλή» αλλά κρατάει συγκεκριμένη διάσταση εξέλιξης των γεγονότων σε νέες αλλά και γνώριμες, πολύ γνώριμες περιοχές.
Στα του gameplay λοιπόν τα πράγματα είναι ξεκάθαρα και διαθέτει διπλή ταυτότητα. Με τη Grace παίζεις πιο αργά, πιο προσεκτικά, με περιορισμένους πόρους, λίγες σφαίρες, πολύ stealth και αποφυγή. Υπήρχαν στιγμές που πέρασα ολόκληρα sections χωρίς να ρίξω ούτε μία σφαίρα, γιατί απλά δεν με έπαιρνε ή τουλάχιστον δεν μου είχε απομείνει καμία. Από την άλλη, όταν αλλάζει ο χαρακτήρας και αναλαμβάνεις τον Leon, αλλάζει και το παιχνίδι. Εκεί μπαίνει πιο action στοιχείο, πιο κοντά σε Resident Evil 4, με περισσότερα όπλα, σίγουρα με περισσότερη αυτοπεποίθηση από μεριάς μας, πιο δυναμικές μάχες αλλά και πάλι χωρίς να γίνεται action shooter τρίτου προσώπου. Η δράση είναι ελεγχόμενη και σε μαεστρικό βαθμό ενταγμένη από την μπαρουτοκαπνισμένη Capcom. Επιμένω, για το πόσο εκτίμησα αυτή την εναλλαγή γιατί κρατάει το παιχνίδι φρέσκο και ας η Capcom να μην τήρησε την αρχική υπόσχεση της για πλήρη ισορροπία ανάμεσα στους δύο χαρακτήρες αφού μετά τα δύο τρίτα του παιχνιδιού κυριαρχεί η εμπλοκή μας στο παιχνίδι ως Leon.
Μιας και αναφέρθηκα σε μαεστρία προ ολίγου. Μεγάλη διαφορά κάνει και η κάμερα, αφου το παιχνίδι επιτρέπει εναλλαγή ανάμεσα σε first-person και over-the-shoulder τρίτο πρόσωπο. Με την Grace το default είναι first-person και με τον Leon τρίτου αλλά προσωπικά αφού στην αρχή είπα να κρατήσω το όραμα των δημιουργών τα γύρισα όλα σε τρίτου προσώπου και η δουλειά που έχει γίνει είναι πραγματικά υποδειγματική και σεμιναριακή για το πως μπορεί ένα στούντιο ανάπτυξης να επιτύχει τέτοιου βαθμού immersion είτε παίζεις με τη μία είτε με την άλλη προοπτική. Δεν είναι gimmick, είναι επιλογή που επηρεάζει το πώς παίζεις.
Επίσης, το level design είναι από τα πιο δυνατά του στοιχεία. Δεν είναι open world αλλά έχει interconnected περιοχές με shortcuts και backtracking που έχει νόημα. Υπήρχαν στιγμές που γύρισα σε παλιότερο σημείο με νέο εργαλείο και βρήκα τελείως διαφορετική διαδρομή. Αυτό το «Resident Evil DNA» είναι εδώ και δουλεύει σωστά και προσωπικά πιστεύω αποτελεί την καλύτερη εκδοχή του στη σειρά. Όταν βέβαια το σωστό level design συνδυάζεται και με τους «σωστούς» εχθρούς, το αποτέλεσμα εντυπωσιάζει. Πέρα από το σχεδιασμό τους για να προκαλούν φόβο και τρόμο μεγάλη σημασία παίζει και η συμπεριφορά τους. Κάποιοι κινούνται αργά αλλά σε πιέζουν με την παρουσία τους άλλοι είναι πιο επιθετικοί και σε βγάζουν από τη ζώνη άνεσης. Υπάρχουν συγκεκριμένες συναντήσεις που θυμάμαι γιατί με ανάγκασαν να παίξω ακόμα πιο… σφιγμένα και μερικές κυρίως με κάποια section bosses που ένιωσα την υπερηφάνια για το πως κατάφερα να βρω τρόπο από μόνος μου να τους ξεφορτωθώ.
Τεχνικά τώρα, το παιχνίδι το έπαιξα κατά βάση στο PS5 Pro και πραγματικά είναι πολύ δυνατό το αποτέλεσμα. Είναι άλλωστε το πρώτο που κάνει χρήση του αναβαθμισμένου PSSR της κονσόλας με αποτέλεσμα να πετυχαίνει ενσωμάτωση Ray tracing σε φωτισμό και αντανακλάσεις που κάνει τεράστια διαφορά και 60fps. Το αποτέλεσμα άκρως εντυπωσιακό, όχι τέλειο αφού κάποια artifacts ή κάποια αντανάκλαση που τρεμοπαίζει θα τη δεις αλλά γενικά το παιχνίδι τρέχει σταθερά. Τα μοντέλα είναι επίσης λεπτομερή, ειδικά στα πρόσωπα και στις εκφράσεις τους αλλά αυτό που μένει είναι το περιβάλλον, με τον κάθε χώρο και section που παλεύουμε να έχει χαρακτήρα. Ο ήχος ακόμα είναι όσο πρέπει, χωρίς να προσπαθήσει να σε τρομάξει αλλά να σε κάνει να νιώσεις άβολα (με την survival horror αίσθηση του παιχνιδιού έννοια).
Ολοκληρώνοντας, για μένα το Resident Evil Requiem είναι το καλύτερο Resident Evil έως σήμερα, ακόμα καλύτερο και από το RE2 που το έχω σαν άγιο δισκοπότηρο. Όχι γιατί κάνει κάτι τρελό αλλά συνδυάζει σωστά όσα ήδη έχει χτίσει η σειρά από τις απαρχές της και κυρίως, γιατί με έκανε να παίξω προσεκτικά, όχι μηχανικά, απολαμβάνοντας στο έπακρο κάθε άβολη στιγμή που με έκανε να νιώσω. Αν πρέπει να πω κάτι αρνητικό, είναι ότι σε κάποια σημεία φαίνεται ότι το παιχνίδι κρατιέται λίγο πίσω. Ότι δηλαδή ενώ η Capcom φαίνεται πως έχει καλές ιδέες ακόμα και με τους enviromental γρίφους, δεν τις πάει πάντα μέχρι το τέρμα και επίσης το pacing στην αρχή θέλει λιγο υπομονή. Σε κάθε περίπτωση, λάτρεις των survival horror και συγκεκριμένα του Resident Evil μπορούμε να είμαστε χαρούμενοι, ικανοποιημένοι και αισιόδοξοι για το μέλλον ότι το franchise βρίσκεται στο σωστό δρόμο και στα σωστά χέρια.
Ευχαριστούμε τις Capcom και CD Media για τη διευκόλυνση πραγματοποίησης του Review.
Τι σημαίνουν οι βαθμολογίες στο Busted











