
Υπάρχουν κάποια franchises που δεν χρειάζονται ιδιαίτερες συστάσεις και το Onimusha είναι ένα από αυτά, τουλάχιστον για όσους μεγάλωσαν με τα παιχνίδια της Capcom στην εποχή του PlayStation 2. Από το πρώτο Onimusha: Warlords μέχρι το Dawn of Dreams, η σειρά είχε καταφέρει να βρει έναν δικό της χώρο ανάμεσα στο action και στο κατά μία έννοια horror, παίρνοντας πραγματικά ιστορικά πρόσωπα και περιόδους της Ιαπωνίας, μπλέκοντας τα με δαίμονες, σκοτεινή φαντασία σε συνδυασμό με την «υπερβολή» (το βάζω σε εισαγωγικά προς αποφυγή παρεξηγήσεων) που μόνο η Capcom ξέρει να κάνει. Μετά από σχεδόν δύο δεκαετίες απουσίας, το Onimusha: Way of the Sword έρχεται ουσιαστικά να ξανασυστήσει τη σειρά σε μια νέα γενιά και μπορώ να πω ότι δεν περίμενα να με κερδίσει τόσο πολύ ειδικά μετά την αρχή που μου φάνηκε κάπως. Η Capcom δεν προσπάθησε να μετατρέψει το Onimusha σε ένα τεράστιο open-world παιχνίδι ούτε να το κάνει κάτι που δεν είναι. Κράτησε τον πυρήνα του, έβαλε στο κέντρο το κοφτερό σπαθί και έχτισε γύρω του ένα σύγχρονο action adventure που θυμίζει ναι μεν και έντονα την παλιά σχολή αλλά παίζεται μια χαρά όπως περιμένεις από ένα μεγάλο παιχνίδι του 2026.
Η ιστορία μας μεταφέρει στο Kyoto, το οποίο έχει βυθιστεί στο χάος καθώς οι Genma, τα δαιμονικά πλάσματα που γνωρίζουν οι φίλοι της σειράς, έχουν επιστρέψει στον κόσμο των ανθρώπων. Στο επίκεντρο βρίσκεται ο Miyamoto Musashi, εδώ βασισμένος εμφανισιακά στον θρυλικό Ιάπωνα ηθοποιό Toshiro Mifune. Ο Musashi είναι ένας εξαιρετικά ικανός αλλά και αρκετά ξεροκέφαλος πολεμιστής, ένας άνθρωπος που έχει αφιερώσει τη ζωή του στην τελειοποίηση της τέχνης του σπαθιού. Μόνο που στην αρχή της περιπέτειας πεθαίνει (ω, ναι) και επιστρέφει στη ζωή χάρη σε ένα μυστηριώδες Oni Gauntlet που ενώνεται με το χέρι του. Το πρόβλημα είναι ότι το γάντι δεν είναι απλώς ένα όπλο. Χρειάζεται τις ψυχές των Genma για να τον κρατήσει ζωντανό και αυτό έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τον τρόπο που ο Musashi αντιλαμβάνεται την… τέχνη του. Στην πορεία θα γνωρίσουμε τη Shizuka, το πνεύμα που κατοικεί στο γάντι και λειτουργεί ως ένας από τους πιο ενδιαφέροντες χαρακτήρες της ιστορίας ενώ απέναντί μας βρίσκονται μερικοί απολαυστικοί «κακοί». Δεν θα πω περισσότερα για την πλοκή γιατί το παιχνίδι έχει αρκετές στιγμές που αξίζει να τις ανακαλύψεις μόνος σου, όμως αυτό που μου άρεσε είναι ο τρόπος που συνδυάζει ιστορική Ιαπωνία και υπερφυσικό χωρίς να παίρνει τον εαυτό του υπερβολικά στα σοβαρά. Ο Musashi ειδικά είναι ένας χαρακτήρας που μπορεί να φαίνεται αρχικά αρκετά κλασικός αλλά η σχέση του με τη Shizuka και οι αντιδράσεις του στους υπόλοιπους χαρακτήρες τον κάνουν πολύ πιο συμπαθή όσο προχωράς.
Και φυσικά, αν υπάρχει ένας λόγος για τον οποίο θα θυμάμαι το Way of the Sword, αυτός είναι το gameplay. Η Capcom πήρε μια πολύ απλή ιδέα του στυλ «έλα να κάνουμε η αίσθηση με το σπαθί να είναι απίστευτη» και σε μεγάλο βαθμό την έκανε πράξη. Έχουμε light και heavy attacks, άμυνα, αποφυγή, parry και ειδικές τεχνικές όμως το σημαντικό δεν είναι το πόσες κινήσεις υπάρχουν αλλά το πώς συνδέονται μεταξύ τους. Κάθε χτύπημα έχει βάρος και κάθε parry έχει αυτή την αίσθηση ακρίβειας την χρειάζεσαι για να πάρεις λίγη χαρά. Το Issen, η τεχνική με την οποία εκμεταλλεύεσαι το σωστό timing για να καταφέρεις ένα εξαιρετικά δυνατό χτύπημα, γίνεται σταδιακά κάτι που θέλεις να πετυχαίνεις συνέχεια και που σου δίνει απίστευτο συναίσθημα ικανοποίησης. Και κάπου εδώ κατάλαβα ότι το παιχνίδι δεν θέλει να πατάω απλώς τα κουμπιά και απαιτεί να παρατηρώ όσο γίνεται τον αντίπαλο, να καταλαβαίνω πότε επιτίθεται και να περιμένω την κατάλληλη στιγμή. Δεν είναι Soulslike (thank god), παρά τις προφανείς ομοιότητες που μπορεί να δεις στην πρώτη ματιά, όπως είχα δει κι εγώ και κοιτούσα από την άλλη. Είναι πιο γραμμικό, πιο κινηματογραφικό και πολύ περισσότερο προσανατολισμένο στη δράση.
Το ωραίο είναι ότι όσο προχωράς και ξεκλειδώνεις νέες τεχνικές, το σύστημα μάχης ανοίγει. Στις πρώτες ώρες, μάλιστα, είχα την αίσθηση ότι το παιχνίδι ήταν λίγο πιο αργό απ’ όσο περίμενα και ότι οι εχθροί επαναλαμβάνονταν περισσότερο από όσο θα ήθελα. Μετά όμως αρχίζεις να αποκτάς περισσότερες δυνατότητες και η κατάσταση αλλάζει. Οι μάχες αποκτούν ρυθμό, οι Genma γίνονται πιο απαιτητικοί και αρχίζεις να χρησιμοποιείς το περιβάλλον, τις ικανότητες του Oni Gauntlet και τις ψυχές που απορροφάς με πολύ πιο συνειδητό τρόπο. Το σύστημα των Souls είναι επίσης σημαντικό, αφού οι ψυχές που αφήνουν πίσω τους οι Genma μπορούν να χρησιμοποιηθούν για θεραπεία, αναπλήρωση ικανοτήτων και εξέλιξη. Το μόνο που θα ήθελα είναι λίγο μεγαλύτερη ποικιλία εχθρών στις πρώτες ώρες, γιατί το παιχνίδι αργεί λίγο να δείξει όλο το εύρος του.
Αν όμως υπάρχει ένα κομμάτι του παιχνιδιού που πραγματικά με έκανε να πω «ωραία, εδώ η Capcom το πήγε αλλού», είναι τα boss fights. Δεν είναι απλώς μεγαλύτεροι εχθροί με περισσότερη ζωή. Πολλές από τις αναμετρήσεις έχουν τον δικό τους ρυθμό, διαφορετικές επιθέσεις και απαιτούν να μάθεις τον αντίπαλο… καλά. Κάποια bosses χρειάστηκαν δύο και τρεις προσπάθειες μέχρι να τα βγάλω (εντάξει μπορεί και λίγο περισσότερο) και προσωπικά, αυτό ακριβώς θέλω από ένα τέτοιο παιχνίδι. Να χάσω, να καταλάβω τι έκανα λάθος και να επιστρέψω στο σημείο για να το διορθώσω χωρίς να νιώθω ότι με τιμωρούν. Παράλληλα, υπάρχει και το Kyoto ως hub, με την πόλη να ανοίγει σταδιακά και να προσφέρει υλικά, αναβαθμίσεις και μερικές δευτερεύουσες αποστολές. Δεν είναι open world με την κλασική έννοια και ευτυχώς. Η βασική περιπέτεια παραμένει γραμμική, ενώ η μικρή ελευθερία που σου δίνει το Kyoto λειτουργεί περισσότερο σαν «ξεκούραση» ανάμεσα στα μεγάλα κομμάτια της ιστορίας.
Στον τεχνικό τομέα, το Way of the Sword είναι ένα καλό δείγμα του τι μπορεί να κάνει η RE Engine, ειδικά όταν το παιχνίδι αρχίζει να γεμίζει την οθόνη με εχθρούς, φωτιές, σπαθιά και εφέ χωρίς όμως να αποτελεί benchmatk. Το έπαιξα σε PS5 Pro κατά βάση και εδώ η απόδοση είναι έως και εξαιρετική. Υπάρχουν επιλογές για 30 και 60fps, ενώ σε συμβατή τηλεόραση ή οθόνη μπορείς να πας και σε 120Hz. Προσωπικά, τα «fixed» 60fps είναι η επιλογή που προτιμώ ξεκάθαρα σε ένα παιχνίδι όπου το timing του parry και η ακρίβεια στις επιθέσεις παίζουν μεγάλο ρόλο. Τα animations είναι επίσης σε πολύ καλό επίπεδο, ειδικά στις κινήσεις του Musashi και στα boss fights, ενώ τα cutscenes έχουν κινηματογραφική ποιότητα. Εκεί που περίμενα κάτι περισσότερο είναι στα περιβάλλοντα, καθώς σε ορισμένα σημεία του Kyoto ο φωτισμός δείχνει κάπως επίπεδος και η λεπτομέρεια δεν είναι πάντα αυτή που περιμένεις από ένα τόσο σύγχρονο Capcom παιχνίδι. Ο ήχος κινείται σε πιο παραδοσιακούς ιαπωνικούς ήχους και ταιριάζει με την ατμόσφαιρα.
Ολοκληρώνοντας, το Onimusha: Way of the Sword είναι τελικά περισσότερα από μια νοσταλγική επιστροφή μιας σειράς που ο πολύς κόσμος πιθανότατα είχε ξεχάσει. Είναι ένα παιχνίδι που καταλαβαίνεις τι έκανε το Onimusha ξεχωριστό και το μεταφέρει η Capcom στο σήμερα. Δεν έχει τον τεράστιο κόσμο ενός open-world action game, ούτε προσπαθεί να γίνει κάτι σαν Soulslike για να ακολουθήσει τη μόδα. Θέλει να σου δώσει μια καλοφτιαγμένη single-player περιπέτεια, με εξαιρετική μάχη και φοβερά boss fights. Ναι, θα ήθελα περισσότερη ποικιλία στους εχθρούς, ειδικά στην αρχή, όπως και κάποια από τα side quests θα μπορούσαν να λείπουν αλλά και τα γραφικά δεν είναι πάντα τόσο εντυπωσιακά όσο θα περίμενα. Όμως αυτά είναι έως και μικρά σημάδια πάνω σε ένα παιχνίδι που, κατά τα άλλα, ξέρει ακριβώς τι θέλει να είναι. Και μετά από τόσα χρόνια, το σημαντικότερο είναι ότι το Onimusha επέστρεψε και επέστρεψε με χαρακτήρα.
Ευχαριστούμε τις Capcom και CD Media για τη διευκόλυνση πραγματοποίησης του Review.
Τι σημαίνουν οι βαθμολογίες στο Busted











